Ο επανασχεδιασμός των προβλέψεων για την ευρωπαϊκή και ελληνική οικονομία ξεκίνησε. Σχεδόν 100 ημέρες πριν εκπνεύσει η χρονιά, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δημοσίευσε τα μακροοικονομικά σενάρια που δείχνουν ότι η απόσταση με τις βασικές παραδοχές του ελληνικού δημοσιονομικού σχεδιασμού μεγαλώνει, αποτυπώνοντας το μέγεθος της αβεβαιότητας που αντιμετωπίζει η ελληνική οικονομία.
Τα δεδομένα αλλάζουν καθώς οι πιέσεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας μεταβάλουν τις αρχικές εκτιμήσεις. Ήδη η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα προχώρησε σε μια αύξηση των επιτοκίων 0,25%, και μάλιστα δεν αποκλείεται σύμφωνα με όσα δήλωσαν στο insider.gr αρμόδιες πηγές να έχουμε μια ακόμη αντίστοιχη αύξηση μέχρι το τέλος του έτους. Μετά από την αύξηση της Πέμπτης το βασικό επιτόκιο καταθέσεων του ευρώ βρίσκεται στο 2,5%, δηλαδή στο άνω άκρο της «ουδέτερης» ζώνης. Πρόκειται για το επίπεδο στο οποίο η νομισματική πολιτική θεωρητικά ούτε ενισχύει ούτε περιορίζει την οικονομία.
Και στην Αθήνα, στο υπουργείο Οικονομικών πάντως αναμένουν ότι οι επόμενες 20 ημέρες θα είναι κρίσιμες για την επαναξιολόγηση των δεδομένων που θα αποτυπωθούν στο προσχέδιο του νέου κρατικού προϋπολογισμού που θα κατατεθεί στη Βουλή τη Δευτέρα 5 Οκτωβρίου.
Η νέα αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ, καθώς και ο πόλεμος και το ενεργειακό σοκ «καίνε» τις προβλέψεις, καθώς το ενδεχόμενο νέων ανατιμήσεων και υψηλών επιτοκίων μεταφράζεται άμεσα σε αυξημένο κόστος δανεισμού και παραγωγής για την εγχώρια οικονομία.
Τα σενάρια της ΕΚΤ και τα δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ
Στο μέτωπο της Ανάπτυξης, το 2ο τρίμηνο του 2026 (το τρίμηνο του πολέμου στη Μ. Ανατολή δηλαδή) το ΑΕΠ στην Ελλάδα αυξήθηκε αντί να μειωθεί, με ετήσιο ρυθμό αύξησης 1,9% -ή κατά 0,3% σε σχέση με πώς κινήθηκε στο α΄τρίμηνο της χρονιάς.
Ωστόσο η εξέλιξη αυτή φαντάζει εύθραυστη, καθώς στηρίχθηκε σε «ένεση» και έκτακτες κρατικές επιδοτήσεις 800 εκατ. ευρώ. Καθώς κλείνει όμως και το 3ο τρίμηνο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει εκπονήσει σενάρια για την εξέλιξη της ευρωπαϊκής οικονομίας, τα οποία εξαρτώνται άμεσα από την πορεία των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου:
· το πιο αισιόδοξο και ήπιο προβλέπει ότι μέση τιμή πετρελαίου για το 2026, περίπου 75 δολάρια το βαρέλι και του φυσικού αερίου στα 50 ευρώ ανά MWh. Οι χαμηλότερες τιμές ενέργειας ενισχύουν επίσης την ανάπτυξη του ΑΕΠ. Η ανάπτυξη στην ευρωζώνη διαμορφώνεται σε 1,5% το 2027 και 1,6% το 2028.
· το δυσμενές σενάριο υποθέτει αύξηση στη αύξηση της μέσης τιμής πετρελαίου στα 100 δολάρια και του φυσικού αερίου στα 75 ευρώ ανά MWh. Ήδη σήμερα βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα αυτά. Σε μια τέτοια εξέλιξη, η έκθεση αναφέρει ότι «το σοκ θα προκαλεί μια επίμονη άνοδο των τιμών ενέργειας, με αποτέλεσμα παρατεταμένες πληθωριστικές πιέσεις».
· το σοβαρό σενάριο της ΕΚΤ, το οποίο ενσωματώνει σημαντική μείωση της παγκόσμιας προσφοράς, προβλέπει τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου στα 130 δολάρια και 130 ευρώ αντίστοιχα. Σε τέτοιες συνθήκες «η πραγματική ανάπτυξη θα διαμορφώνονταν στο 0,8% το 2026, μόλις στο 0,4% το 2027 για να ανακάμψει στο 1,4% το 2028».
Επιπλέον, σε αυτό το σενάριο, ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη εκτιμάται ότι θα κορυφωθεί στο 5,4% το 2027.
Σε κάθε περίπτωση, τα αναθεωρημένα σενάρια της ΕΚΤ για την πορεία του ενεργειακού κόστους, θέτουν υπό αμφισβήτηση τον ετήσιο στόχο αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού στο 2,6% στην Ελλάδα, από 2,9% το 2025.
Τα πιο πρόσφατα στοιχεία (Αύγουστος 2026) επιβεβαιώνουν τη συνεχιζόμενη πίεση στα επίπεδα τιμών. Σύμφωνα με την Ελληνική Στατιστική Αρχή, σε ετήσια βάση ο πληθωρισμός σημείωσε αύξηση 3,8%. Η άνοδος αυτή τροφοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από το ενεργειακό κόστος, καθώς σε ετήσια βάση καταγράφηκαν αυξήσεις 53,2% στο πετρέλαιο θέρμανσης, 40,2% στο φυσικό αέριο, 30,6% στο πετρέλαιο κίνησης και 15,3% στη βενζίνη. Παράλληλα, βασικά είδη διατροφής διατηρούν ισχυρή ανοδική τάση, με το μοσχάρι να καταγράφει ετήσια αύξηση 13,5%.
Υπό αυτά τα δεδομένα, η μαθηματική προσέγγιση του κυβερνητικού στόχου για μέσο ετήσιο πληθωρισμό στο 2,6% φαντάζει τουλάχιστον αισιόδοξη. Ο μέσος Δείκτης Τιμών Καταναλωτή του δωδεκαμήνου Σεπτέμβριος 2025 – Αύγουστος 2026 παρουσίασε αύξηση 3,4%. Προκειμένου ο ετήσιος μέσος όρος να συμπιεστεί στο 2,6% στο τέλος του έτους, ο μηνιαίος πληθωρισμός για τους εναπομείναντες πέντε μήνες θα πρέπει να κινηθεί σε αυστηρά χαμηλά επίπεδα (μεταξύ 1% και 2,4%), μια συνθήκη που δυσχεραίνεται από τη δυναμική της ενέργειας και των τροφίμων.



